γριπάρης

και γρυπάρης ο [γρίπος ή γρύπος]
1. ο γριπεύς, αυτός που ψαρεύει με γρίπο
2. αυτός που κατασκευάζει γρίπους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γριπάρης — ο θηλ. ισσα αυτός που ψαρεύει με γρίπο ή κατασκευάζει γρίπους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρυπάρης — Επώνυμο δύο Ζακύνθιων αγιογράφων. 1. Αλέξανδρος (αρχές 18ου αι.). Σώζονται διάφορα έργα του, μεταξύ των οποίων Η κοίμησις της Θεοτόκου (1717) στον ναό της Θεοτόκου της Κουντουνιώτισσας, στο χωριό Τραγιάκι της Ζακύνθου, Ο Σισώης ενώπιον του τάφου… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.